ξετραχηλίζω

ξετραχηλίζω
μετ. кроить ворот; делать вырез, декольте

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ξετραχηλίζω" в других словарях:

  • ξετραχηλίζω — 1. (συν. για ένδυμα) κόβω το ύφασμα με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμόζεται στον τράχηλο, στον λαιμό 2. (το μέσ.) ξετραχηλίζομαι α) αφήνω ακάλυπτο τον λαιμό μου («βγῆκε ἔξω ξετραχηλισμένη») β) μτφ. i) γίνομαι αναιδής, ξετσίπωτος («έχει… …   Dictionary of Greek

  • ξετραχηλίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. για ρούχο, κόβω το ύφασμα, ώστε να σχηματιστεί ο λαιμός του ρούχου. 2. μέσ., ξετραχηλίζομαι αφήνω ακάλυπτο, ανοιχτό τον τράχηλό μου: Δεν πρέπει να βγαίνεις έξω ξετραχηλισμένη. 3. το μέσ., μτφ. είμαι αδιάντροπος, ξετσίπωτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκτραχηλίζω — και ξετραχηλίζω (AM ἐκτραχηλίζω) μσν. νεοελλ. μέσ. παραφέρομαι, παρασύρομαι μσν. μέσ. γυμνώνω τον τράχηλο ή το στήθος αρχ. 1. (για άλογο) ρίχνω τον αναβάτη πάνω από το κεφάλι μου 2. γεν. σπάω τον λαιμό κάποιου 3. ανατρέπω 4. μτφ. καταστρέφω,… …   Dictionary of Greek

  • ξετραχηλισμός — ο [ξετραχηλίζω] 1. το άνοιγμα τού ντεκολτέ ενός ενδύματος, ώστε να μένει ακάλυπτος ο τράχηλος, ο λαιμός 2. μτφ. εκτραχηλισμός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»